Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Νίκος Σφαμένος, "Δεν θα συμβεί τίποτα"




Δεν θα συμβεί τίποτα


«Δεν θα συμβεί τίποτα», σκέφτηκε εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα όταν βγήκε απ’ την κάμαρα του. Περπάτησε όπως πάντα αρκετά, χαιρέτησε κάνα δυο γνωστούς και σταμάτησε για κάμποση ώρα στο γνώριμο σημείο κοιτάζοντας τη θάλασσα.
    Οι γάτες ήρθαν και τριβόταν στα πόδια του, άρχισε να τις μιλάει −λες και ήξεραν τα μυστικά όλου του κόσμου. «Εμείς κάποια στιγμή φεύγουμε χωρίς να έχουμε μάθει σχεδόν τίποτα», σκέφτηκε.
    Έπειτα από λίγο βρήκε μια καφετέρια, ήταν η μέρα που οι παρέες συγκεντρωνόταν και έβλεπαν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Φωνές, καβγάδες και βλέμματα καρφωμένα στην οθόνη. Του άρεσε να τους παρατηρεί. Χτύπησε το τηλέφωνο του.
    «Αγαπητέ και αυτό το καρναβάλι είναι υπέροχο! Σε δύο μέρες επιστρέφουμε και ανυπομονούμε να σε ξαναδούμε. Να γράφεις ε; Μη σταματήσεις ποτέ.»
    «Κι εγώ ανυπομονώ.»
    Υπήρχε γύρω μια γλυκιά θλίψη, ίσως πράγματι να ζούσε σ’ ένα όνειρο. Πόσοι και πόσοι είχαν γράψει γι’ αυτό. Γλυκιά θλίψη. Ναι.
    Επέστρεψε αργά τη νύχτα. Άνοιξε το παράθυρο και λίγο πριν κοιμηθεί έγραψε αυτές τις γραμμές. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Περίπου.



Νίκος Σφαμένος



Στην εικόνα:
Pablo Picasso, «Harlequin with Glass», 1905.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Αγγελική Ελευθερίου, "Θα καπνίζω"






~*~


Τώρα που γύρω μου σωπαίνει η ζωή
Ακούω τους λυγμούς
Που κράτησα μπροστά σου





~*~


Το παιδικό τραύμα
Από τσέρκι – στη θάλασσα
Άρχισε ξαφνικά να αιμορραγεί
Το αίμα κεφαλάκια καρφίτσας
Ένα ένα και κοντά κοντά
Σαν τα κεριά
Που παίρνουν φως το ένα απ’ τ’ άλλο
Έδωσαν μορφή
Σ’ ένα αιμάτινο κόσμημα
Στο γόνατό σου
Δε στάζει
Μένει εκεί
Ένα κομμάτι φεγγαριού
Σε χάωση
Το γιατρέψαμε μόνοι μας
Με καπνό τσιγάρου
Απ’ τις τσίμπες
Που μαζέψαμε από χάμω
Ακόμα μ’ ένα τάμα στην «Κοίμηση»
Που περιμένει
Δεν τρέξαμε σε γιατρούς
Ούτε σε φαρμακείο
Λες και γνωρίζαμε από τότε
Βρέφη σχεδόν
Πως μερικές πληγές
Δεν κλείνουν





~*~


Οι ποιητές όταν δε γράφουν μαραζώνουν
Ορκίζονται στον εαυτό τους
Πως ή αίτια είναι άλλη
Κάποια ασθένεια του σώματος που έρχεται
Ίσως οι έρωτες που έσβησαν
Βάζουνε τάξη στην κάμαρά τους
Παλιά κλειδιά και αποδείξεις
Τίποτε δεν ανοίγουν ετούτα τα κλειδιά
Κι οι αποδείξεις δεν παραγράφουνε κανένα χρέος
Διπλώνουνε τα ρούχα τους
Όπως οι ιερείς τα άμφια
Περπατούν αργά προσεχτικά
Σαν ηλικιωμένοι τουρίστες
Τάξη τάξη
Δεν πιάνουν πια χαρτί
Το άσπρο τους τρομάζει





~*~


Εμείς δεν ήμασταν ποτέ μαζί
Πώς βρέθηκαν τα ρούχα σου
Με τα δικά μου εδώ κι εκεί
Στις φωτογραφίες μαζί
και στις αφιερώσεις





~*~


Και ξαφνικά
Όταν θα έρθει η ώρα
Κι άγνωστοι άνθρωποι
Θα μπουν στο σπίτι μας
Θα ’ναι και μια επιτροπή
Που θ’ αναγγείλει
Ότι παρέδωσα την κόλλα μου λευκή
Και ας ακούγεται παντού μες στον αέρα
Ένα γεμάτο άδειο η φωνή
Που ορκιζόταν «σε ό,τι έχω ιερό»
Πως κάποιο λάθος έγινε
Πως η αλήθεια είναι άλλη
Έτσι κι αλλιώς
Δεν είχε πια καμία σημασία
Ο κόσμος έγινε για μια στιγμή
Αυλή σχολείου με μικρά παιδιά
Σε επαρχία
Που τραγουδούσανε
«Σε γέλασε Παρασκευούλα μου» ξανά και ξανά
Και τέλος
Ο «Εθνικός Ύμνος»





~*~


Φοβάμαι
Μη με χτυπήσει
Κάποια απ’ τις λέξεις
Που θα πεις





~*~


Τόσος αέρας
Κι εσύ
Χωρίς ανάσα





Από τη συλλογή «Θα καπνίζω», (2004).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Αγγελική Ελευθερίου - Τα ποιήματα, (1978-2011)», εκδ. Γαβριηλίδης 2015.
Στο εξώφυλλο: λεπτομέρεια από έργο της Λιλής Ελευθερίου.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Ανθολογία ερωτικής ποίησης, (Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός)





EZRA POUND

Η ωραία τουαλέτα


Γαλάζια, γαλάζια είναι η χλόη στο ποτάμι
Και ιτιές γεμίζουν τον περιφραγμένο κήπο.
Και μέσα η ερωμένη, ώριμη στη νεότητά της,
Λευκή, λευκή στο πρόσωπο, λίγο διστάζει την πόρτα
       να διαβεί.
Λυγερή, το λυγερό απλώνει χέρι της·

Και ήταν παλλακίδα τον παλιό καιρό,
Και παντρεύτηκε έναν μέθυσο,
Που τρικλίζοντας τώρα από το σπίτι φεύγει
Και την αφήνει μόνη, τόσο μόνη.





ANNE STEVENSON

Sous-entendu


Μη νομίζεις

ότι δεν ξέρω
πως καθώς μου μιλάς
το χέρι του μυαλού σου
μου αφαιρεί διακριτικά
τις κάλτσες μου,
και με επιδέξιες, τυφλές κινήσεις
ανεβαίνει κατά μήκος του ποδιού μου.

Μη νομίζεις
ότι δεν ξέρω
ότι ξέρεις
ότι καθετί που λέω
είναι ένα ένδυμα.





WISLAWA SZYMBORSKA

Κεραυνοβόλος έρωτας


Πίστευαν και οι δύο ακράδαντα
ότι ένα ξαφνικό πάθος τούς ένωσε.
Μια τέτοια βεβαιότητα είναι ωραία,
αλλά η αβεβαιότητα είναι ακόμη πιο ωραία.

Αφού δεν έτυχε να συναντηθούν ποτέ στο παρελθόν, ήταν
         πεπεισμένοι
ότι τίποτα δεν είχε υπάρξει μεταξύ τους.
Αλλά τι λένε οι δρόμοι, οι σκάλες, οι διάδρομοι −
μήπως είχαν προσπεράσει εκεί ο ένας τον άλλον
         ένα εκατομμύριο φορές;

Θα ’θελα να τους ρωτήσω
αν θυμούνται−
τη στιγμή που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους
σε κάποια περιστρεφόμενη πόρτα;
Ίσως ένα «συγγνώμη» που ειπώθηκε μέσα στο πλήθος;
Ένα κοφτό «λάθος νούμερο» στο ακουστικό του τηλεφώνου; −
Αλλά ξέρω την απάντηση.
Όχι, δεν θυμούνται.

Θα τους ξάφνιαζε αν μάθαιναν
ότι η Τύχη έπαιζε μαζί τους
για χρόνια.

Όχι έτοιμη ακόμη
να γίνει το Πεπρωμένο τους,
τους έφερνε κοντά, τους απομάκρυνε,
τους έφραζε το μονοπάτι,
χαμογελώντας κρυφά,
κι ύστερα αποχωρούσε.

Υπήρξαν ενδείξεις και σημάδια,
κι ας μην μπορούσαν να τα διαβάσουν ακόμη.
Ίσως τρία χρόνια πριν
ή την περασμένη Τρίτη
ένα φύλλο να πέταξε από τον ένα ώμο στον άλλον.
Ή κάτι να έπεσε και να το μάζεψε ο ένας από τους δυο;
Ποιος ξέρει, ίσως η μπάλα
που χάθηκε στους θάμνους της παιδικής ηλικίας;

Υπήρξαν πόμολα και κουδούνια
όπου το ένα άγγιγμα ήρθε να σκεπάσει το άλλο.
Βαλίτσες στον έλεγχο εισιτηρίων που στέκονταν δίπλα δίπλα.
Ένα βράδυ, ίσως, το ίδιο όνειρο,
που το πρωί έσβησε σε μιαν αχλή.

Κάθε αρχή
είναι εξάλλου μια συνέχεια,
και το βιβλίο των συμβάντων
μένει πάντα ανοιχτό κάπου στη μέση.





PAUL ELUARD

Γυναίκα έρωτας


Στέκεται στα βλέφαρά μου
Τα μαλλιά της μες στα δικά μου μπλέκονται
Έχει τη μορφή του χεριού μου
Έχει το χρώμα των ματιών μου
Η σκιά μου την περικλείει
Όπως ουρανός μια πέτρα

Τα μάτια της ποτέ δεν κλείνει
Και να κοιμηθώ δεν μ’ αφήνει
Και τα όνειρα που βλέπει μες στη μέρα
Κάνουν τους ήλιους να εξατμίζονται
Κι εμένα να γελώ, να κλαίω και να γελώ
Να μιλώ όταν δεν έχω τίποτα να πω





FERNANDO PESSOA

Άτιτλο


Δεν ξέρω αν η αγάπη που προσφέρεις είναι αγάπη που έχεις
'Η λες ότι έχεις. Μου την προσφέρεις. Αυτό αρκεί.
Δεν μπορούν τα χρόνια να με κάνουν νεότερο,
Επομένως γιατί όχι οι ψευδαισθήσεις;
Οι Θεοί μας προσφέρουν λίγα, και τα λίγα που προσφέρουν
        είναι πλαστά.
Αφού όμως τα προσφέρουν, όσο πλαστά κι αν είναι,
        η προσφορά
Είναι αληθινή. Την αποδέχομαι, και υποκύπτω
        στον πειρασμό
Να σε πιστέψω.




Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός




Από το βιβλίο «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ - κρατώ την καρδιά σου (την κρατώ μες στην καρδιά μου), [Εισαγωγή-μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός]», εκδ. Πατάκη, 3η έκδοση, Μάρτιος 2015.

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Μάρκος Μέσκος, "Ψιλόβροχο"






Δεν έμεινε κανένα περιθώριο ψεύδους. Αγάπα με λίγο να υπάρχω.



                                                IV


Φαντάζεται συχνά τον θάνατον −όχι λάσπες− λιβάδια νερά
ανθισμένα δέντρα και πουλάρια· στη ράχη τους εσύ περνώντας
το ποτάμι (εδώ τίποτα δεν προδόθηκε, όλα περάσανε και όλα
μείναν).




                                                 V


Τότε ήταν που τραύλιζε με γλώσσα κομμένη. Και
το φθινόπωρο συνέχιζε σαν πρωινός λησμονημένος γρύλος.




                                                VI


Πες μου χελιδόνι πώς σχηματίζεις το Λάμδα ανεβαίνοντας τον
Ουρανό;




                                                XII


Του δειλινού η καμπή μάς ενώνει· χρόνια πολλά πριν
υπολόγιζα την απόσταση μέχρι τον θάνατο.




                                                XIV


Κοίταζα τα φρύδια σου· βαθιά τα μάτια σου·
τα μαύρα σου μαλλιά και το πικρό σου στόμα −
αν ανταμώσουμε ξανά θα σε γνωρίσω πάλι.




                                               XVII


Στοχάσου. Πόσον κράτησε η κακιά Στιγμή πόσον το Θαύμα;




                                              XXVII


Άσπρο φεγγαράκι μισό κι εσύ
νυχτερινή τροχιά μέσα στα μάγια της νυχτός
μα τώρα αρχίζει ο βόγγος των ανθρώπων

το φυλλορρόημα της λεύκας ψηλά
αειθαλής στόχος των κυπαρισσιών
μα το βάρος ατίναχτο στους αιώνες

άσπρο φεγγαράκι μισό κι εσύ.




                                               XXIX


Αόρατες φτερούγες πουλιών ο αέρας
δεν σαρώνει τον ουρανό δεν τραγουδάει
δεν ψιθυρίζει τα μυστικά δεν ουρλιάζει
δεν κλαίει δεν είναι φίλος του φεγγαριού του ήλιου μήτε

καθώς η ψυχή που φυλακίζεται ζωντανή στο στήθος
πλαγιάζει χαϊδεύοντας τους άλλους νεκρούς όλη νύχτα
στους λόφους.




                                                IXL


Θρήνοι σέρνονται στην καμπύλη θαρρείς χαϊδεύουν βουνά
τρία τα δέντρα στην πλαγιά στον άνεμο πλαγιάζουν· μόλις χτες
το αίμα εδώ λόγχιζε τα κορμιά και τον ουρανό οι κραυγές
φόβιζαν τα ζώα λακίζοντας κατά τη μονιά τους τρομαγμένα.




                                                LIV


Ξεύρεις ουρανέ με ποια βροχή και συ χώμα πώς θα με λιώσεις.





Από τη συλλογή «Ψιλόβροχο» (2000), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Μάρκος Μέσκος - Ποιήματα, Μαύρο δάσος ΙΙ», εκδ. Γαβριηλίδης, 2011.

Στην εικόνα:
Όλγα Καραδήμου: «Bain», 60x30, Λάδι σε καμβά, 2014.

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Γιώργος Γάββαρης, "Λάμψη λεπιδοπτέρων"






Κάθε ποίημα
ο αχειροποίητος
πόνος των θνητών.


~*~


Με κιμωλία
ζωγράφισα το μέλλον.
Έβρεχε πολύ.


~*~


Αγρύπνια λευκή.
Λεπιδόπτερες σκέψεις
πετούν στο μυαλό.


~*~


Μέσα στην πέτρα
αρχαίο χαμόγελο
παγιδεύτηκε.


~*~


Κέρμα στα μάτια.
Στον απέναντι πόνο
για να περάσεις.


~*~


Ηλιοτρόπιο
γίνομαι στο βλέμμα σου
κι ανατριχιάζω.


~*~


Άσπλαχνα λόγια
πετώντας θα έρθουνε
να μας θερίσουν.








Από τη συλλογή «Λάμψη λεπιδοπτέρων - 68 χαϊκού», Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2018.
Το σχέδιο εξωφύλλου φιλοτέχνησε η Helena Μικέλη-Leggett.

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Χάρης Βλαβιανός, "Γιατί γράφω ποίηση"





Γιατί γράφω ποίηση
(επιλογή)



Επειδή ο γιος μου, όταν ήταν πέντε
χρονών, μου είπε: «Μη σβήνεις το
φως, φοβάμαι· ακούω το σκοτάδι».


                              ~*~


Επειδή η κόρη μου, την πρώτη φορά
που έβαλε ένα κοχύλι στο αυτί της,
με ρώτησε: «Σε ποιον μιλάει η θάλασσα;»


                              ~*~


Επειδή «όταν η ψυχή πάψει να θαυμάζει,
έχει ηττηθεί» (Πεσσόα).


                              ~*~


Επειδή μια φλόγα που φωτίζεται από
άλλη φλόγα μπορεί να δημιουργήσει
τη δική της σκιά.


                              ~*~


Επειδή μιλάω τέσσερις γλώσσες,
γράφω σε δύο, αλλά δακρύζω σε μία.


                              ~*~


Επειδή η μνήμη ποθεί όλο και
περισσότερη πραγματικότητα,
ποθεί να πλάσει κάτω από το πλευρό
του «θέλω», όχι του «θυμάμαι».


                              ~*~


Επειδή «για να λάμπουν τα ποιήματα
όπως τ’ αστέρια», πρέπει η νύχτα να
είναι ήδη μέσα σου.


                              ~*~


Επειδή η Μουρ έφτιαχνε φανταστικά
κλαδιά που πάνω τους κάθονταν
πραγματικά πουλιά.


                              ~*~


Επειδή ο Πάουντ μετέφρασε στο
τρελοκομείο την Αντιγόνη, για ν’ αντέξει
διαμέσου της αρχαίας τραγωδίας
τη δική του.


                              ~*~


Επειδή η ζωή μου είναι ένα ημιτελές
ποίημα, γεμάτο κενά, που μάταια
προσπαθώ να το ολοκληρώσω.





Από το βιβλίο «Γιατί γράφω ποίηση», εκδ. Άγρα, 2015.




Εξήντα δύο κατηγορηματικές και ολιγόλεξες απαντήσεις στο ερώτημα «Γιατί γράφω ποίηση»(…)
Γιατί ο αναγνώστης να διαβάσει αυτό το βιβλίο; Επειδή ο καθένας και η καθεμία από εμάς εξακολουθούμε να έχουμε ανάγκη την ποίηση −είτε τη γράφουμε είτε τη διαβάζουμε−, όσο και η ποίηση έχει ανάγκη εμάς. Ή, με τα λόγια του Βλαβιανού: «Επειδή ο Χέρμπερτ, περισσότερο και από τον Μίλος, μου έδειξε τι σημαίνει "εύθραυστη ανθρώπινη επικράτεια"».
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Η φωτογραφία του Χάρη Βλαβιανού είναι από την παρουσίαση του βιβλίου του «Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ», (εκδ. Πατάκη, 2016), στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας, στις 16/1/2017.
Πηγή:
http://faretra.info/2017/01/16/parousiastike-krifo-imerologio-chitler-to-kainourgio-vivlio-tou-chari-vlavianou-vivliothiki-veroias/ 

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Ντέμης Κωνσταντινίδης, "Ποιήματα"




Οι τελευταίοι


Χωρίς παράσημα ή άλλα διακριτικά
χωρίς στολή
χωρίς καν όπλο
μείναμε να υπερασπιζόμαστε
τούτον τον πύργο
τον γεμάτο σκορπιούς και σαύρες.

Αυστηροί γωνιόλιθοι
νερό ελάχιστο
ξόβεργες για τον επιούσιο
χωρίς αντικαταστάτες.

Απ’ τις πολεμίστρες το σούρουπο
η ατέλειωτη θάλασσα του κάμπου
κυματίζει πέρα βαθειά
κάτι που μοιάζει με δικαίωση.





Ναβαρίνου

                              Μνήμη Φ. Μπαρλά


Παραμονή πρωτοχρονιάς
κόσμος γυρίζει με γλυκά
χαζεύει σε βιτρίνες
διαλέγει λουριά.

Πίσω απ’ αρχαία ερείπια
οι φίλοι μου παίζουν κρυφτό.
Δεν τους μάθανε
να κατευνάζουν τα τέρατα.

Μόνο κατάλαβαν.
Η μαγική λέξη αναβάλλεται.
Κερδίζει όποιος
παραμείνει κρυμμένος.





Και τελείωσε


Είπε πως είναι ποιητής.
Πάει και τελείωσε!
Μέχρι τον τρίτο στίχο
Ο καφές του κρύωσε.

Έξω βροχή δέρνει τους δρόμους.
Στον έκτο στίχο ήδη
Σπάζουν κλαδιά, ουρλιάζουν λύκοι·
Ποτάμια μπουκώνουν τους υπονόμους.

Κάποτε, κάνει να σηκωθεί.
Μα δε σηκώνεται.
Στο πέρας του ποιήματός του
Αφιερώνεται.



Ντέμης Κωνσταντινίδης





Στην εικόνα: Το κάστρο Hohenwerfen στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας.

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Εκείνη"




Εκείνη
(σημειώσεις)


Όλα θα γίνονται στο σκοτάδι −είπε. Κι αυτό γινόταν. Σε μια στιγμή αργότερα, ενώ έβρισκα θαλπωρή στο στήθος της, θυμήθηκε πως έπρεπε να στείλει μήνυμα σε έναν φίλο της, θα του έγραφε ότι θα αργήσει άλλη μισή ώρα. Ήμασταν σε μια ερημική παραλία. Έγραφε στο κινητό της το μήνυμα κι η συσκευή ήταν ένας φακός που τη φώτιζε, που έδειχνε την εξαίρετη εικόνα της, τα μικρά της στήθη ολόγυμνα, τις ρώγες που πριν από λίγο βύζαινα, το λευκό της πρόσωπο, τα χυτά ξανθά μαλλιά. Ήταν υπέροχη, μια ζωγραφιά της αναγέννησης. Έκρυψε το κινητό στην τσάντα της. Τώρα ανακάλυπτα στο σκοτάδι πως είχε μια κρεατοελιά στο ένα ισχίο...



===



Να πάω στον γιατρό και τι να πω; Ότι ο πόνος στους αδένες εκεί κάτω στα χαμηλά είναι από εκείνη, τον τρόπο που με δάγκωνε, την υπερβολή σε όλα της τα φιλιά και τα δαγκώματα; Δεν πρόκειται να του πω τίποτα. Ο γιατρός δε θα ξέρει τι συνέβη και θα με στέλνει για εξετάσεις. Ας περιμένω, ξέρω το λόγο, τον ένιωθα καλά όταν με δάγκωνε.



===



Μου έκανε ένα δώρο σήμερα και δεν το κατάλαβε. Συγκεκριμένα μου είπε: «πήγα το πρωί κι έκανα πεντικιούρ, γιατί σκεφτόμουν τη βραδινή μας συνάντηση».



===



Είναι κάποια βιώματα που όταν τα ζεις, δε συνειδητοποιείς το βάρος τους, τη σπανιότητά τους. Θα περάσει ο καιρός, θα γίνουν οι μέρες άγονα χωράφια, ένας άνεμος που φυσά σε άδεια τοπία… και τότε, κάνοντας έναν πικρό απολογισμό, νιώθεις πόσο αδίκησες εκείνες τις μέρες −σου πρόσφεραν καρπούς που τότε δεν εκτιμούσες στο βαθμό που έπρεπε. Ίσως απέναντι σε αυτήν την προσφορά επιδείκνυες μια αφελή και ανώριμη έπαρση.



===



Όσο ήμουν νέος, νόμιζα πως όταν έκλεβα ένα χάδι από μια γυναίκα, έπρεπε να απολογηθώ για τις καλές μου προθέσεις, να της πω ότι δεν την κοροϊδεύω, ότι το χάδι και το φιλί θα είναι λάφυρα αφοσίωσης και όχι προδοσίας. Τώρα, τα χάδια έγιναν πιο απροκάλυπτα και χωρίς προσχήματα. Εκείνη μου λέει ότι προσφέρω υπηρεσίες για τις οποίες μου χρωστά ευγνωμοσύνη. Προσθέτει ότι δεν είναι υποχρεωμένη να με αποζημιώσει με τη δική της αφοσίωση.



===



Το τρέμουλο κι ύστερα το άδειασμα που μου μουδιάζει τα μέλη κι η σκέψη αν τελικά αξίζει τόσος κόπος
γι’ αυτή τη μέθη…
Κάποιες φορές αξίζει −όπως τώρα−, άλλοτε πάλι δεν αξίζει... Και την ώρα που λυγίζω, εκείνη σκύβει μπροστά στα γόνατά μου, με σκορπίζει στο τίποτα, ένα σμήνος από φτερά και σκόνη, μια σάρκα που διαλύθηκε σε πλήθος μαραμένα νούφαρα, μέχρι να ξαναγίνει σάρκα.



===



Εκείνη είπε: «Πειράζει που άναβα πιο πολύ όταν άρχισες να με δέρνεις;»



===



Όπως εκείνη μιλά για το παρελθόν της, για εραστές που πέρασαν από τη ζωή της, κι ενώ δε ρωτώ, ολοένα προκύπτουν περισσότεροι, όσο επιμένει να μιλά γι’ αυτά, είναι σα να μιλά για τη δική μου άδεια ζωή, για βήματα που ανακυκλώνονταν και δεν έβρισκαν την  παραμικρή αγκαλιά... Πρέπει να περάσω το σκόπελο και να μη τη μισήσω.



===



Θα έχουν προηγηθεί μέρες αιθρίας, με τον ουρανό καταγάλανο,
τον ήλιο κίτρινο και καυτό,
τα χωράφια με το στόμα διψασμένο, τους ηλίανθους ξερούς, το χώμα στεγνό να αναδεικνύει τις πέτρες…
Και είναι σίγουρο, μα απόλυτα σίγουρο −δε θα το ομολογήσει ποτέ πως το κάνει σκόπιμα−
πως την ώρα που θα με προσκαλέσει, θα έχουν μαζευτεί βαριά σύννεφα, η καταιγίδα θα ξεκινά και όσο θα οδηγώ θα δυναμώνει η μαύρη αντάρα κι η πυκνή λυσσασμένη βροχή δε θα με αφήνει να βλέπω στο ένα μέτρο. Χαλάζι θα πέφτει τώρα και χείμαρροι νερού θα με προσπερνούν και θα με ακολουθούν μέχρι να φτάσω στο μυστήριο εξοχικό της. Εκείνη με περιμένει κι οριακά, λίγο πριν πλημμυρίσουν όλα και χαθούν ζωές, θα προλάβω να μπω στην πόρτα που μου ανοίγει διάπλατα. Το πρώτο φιλί, το δέρμα που είναι λευκό και γυμνό. «Μια άλλη πλημμύρα» μου λέει τώρα, «μια άλλη καταιγίδα» επιμένει, κι έπειτα «φοβάσαι καθόλου;» κι απάντηση δεν παίρνει κι αφήνεται σε βογγητά που δε μοιάζουν με τις βροντές ενώ οι αστραπές που προηγούνται, φωτίζουν τη γύμνια της...



===



Αυτό το δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες, να δείχνουν τις ατέλειες στο σώμα το δικό της το δικό μου, να αναδεικνύουν τη φαιδρή πλευρά της συνουσίας, πόσο αστείος μοιάζω όπως γυμνός βολοδέρνω πάνω της, κι ύστερα μια καταχνιά, όπως είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι δίπλα της, το θολό μου πρόσωπο με τα γκρίζα μαλλιά, το άδειο μου βλέμμα, το σώμα μου μια διεστραμμένη ηδονή, ένα κρυφτούλι με έγχρωμες εικόνες που με ψάχνουν και δεν θέλω να με ανακαλύψουν σε μια τόσο αδύναμη ώρα.



===



Όταν εκείνη θα αρχίσει να σου λέει καλά λόγια, πρώτα για την μπλούζα που φοράς σήμερα κι ύστερα για σένα, για το ζεστό σου χαμόγελο, για όσα της πρόσφερες, ακόμα και για τις ερωτικές σου επιδόσεις κι έπειτα θα αρχίσει να θυμάται τη γιορτή ή τα γενέθλιά σου και θα σου στέλνει χρόνια πολλά, όταν όλα αποκατασταθούν στο βαθμό που έπρεπε, ήδη είναι αλλού, βγαίνει με κάποιον άλλον.



===



«Βγες από το παραμύθι σου». Αυτό ήταν το μόνιμο ρεφρέν στις τελευταίες συναντήσεις μας…
−Έτυχε, μου είπε ένα μεσημέρι.
Σιωπή και συνεχίζει:
−Μια μέρα που πήγα μόνη μου στην αγορά, σ’ ένα κατάστημα, τον γνώρισα.
Κι οι λεπτομέρειες αποκαλυπτικές, ωμές, δύσκολες στη χώνεψη.
−Βρισκόταν στην ουρά στο ταμείο, δίπλα μου. Ζήτησα να μάθω την ώρα κι έτσι γνωριστήκαμε.
Κι έπειτα:
−Πήγαμε πρώτα για φαγητό και τη νύχτα κοιμήθηκα στο σπίτι του, όλη τη νύχτα, μια νύχτα μαζί του.
Ήταν μια γνώριμη σκηνή −σκεφτόμουν. Απλά άλλαξε ο παρτενέρ. Τόσο απλά, τόσο φυσικά, τόσο απέριττα.



===



«Ο χειμώνας μού αρέσει πιο πολύ, γιατί μπορείς να κρύβεσαι», είπε.
Ήταν μια φράση που τη βρήκα υπέροχη, βάλσαμο πραγματικό, ξαφνικά ένιωσα το χειμώνα που ερχόταν πιο ελαφρύ, καθόλου δυσβάσταχτο και μελαγχολικό.
Εκείνη απορούσε που βρήκα τόσο σημαντικό αυτό που είπε, γιατί δε συνειδητοποιούσε πόσο καλοκαιρινή ήταν η φύση μου, τόσο γεμάτη θέρος που ο χειμώνας πάντα λειτουργούσε σαν αντίστροφη μέτρηση για το καλοκαίρι. Τη ρώτησα σκόπιμα να μου εξηγήσει τι εννοούσε με το "μπορείς να κρύβεσαι".
«Εννοώ ότι δεν υπάρχει πλέον κόσμος στη φύση, όλοι είναι στα σπίτια τους, οπότε μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, χωρίς να σε βλέπουν».
Κι η εξήγηση που έδωσε, έκανε ακόμα πιο έντονη την επήρεια που είχε η φράση της πάνω μου.
Ξαφνικά το κρύο, η βροχή, ο άνεμος, η παγωνιά −δε με επηρέαζαν τόσο πολύ, δεν ήταν πλέον εχθροί μου. Ο σκοτεινός ουρανός δε φώλιαζε στην ψυχή μου. Το βαρύ τοπίο δεν είχε καταθλιπτική επίδραση πάνω μου, ήταν καθαρά διακοσμητικό, σχεδόν φιλικό.

(Όμως εκείνη που με ενέπνεε τόσο πολύ, ήταν η ίδια που με βύθιζε στο ζόφο, στο μαύρο σκοτάδι. Την ίδια στιγμή που με γοήτευε, μου έβαζε μια θηλιά στο λαιμό).





Στην εικόνα: "La sieste" του Νίκου Δραγούμη.