Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Γιάννης Στρούμπας, "Γραφείο ενικού τουρισμού"





ΜΠΑΛΑ ΜΟΥ ΠΕΛΑΓΙΣΙΑ


Κείνη τη μπάλα που παιδί
μου κλέψανε ο αέρας και το κύμα
λικνίζοντάς την πέρα μέσα
στου πελάγου το βαθύ, το σκούρο ρίγος,
Τη βρήκα τελικά προχτές
στης μνήμης τ’ αρχιπέλαγος.




ΠΛΑΪ ΣΤΟ ΚΥΜΑ


Κύμα πλάι στα πεύκα.
Πεύκα πλάι στον δρόμο.
Δρόμος πλάι στο βουνό.
Βουνό πλάι στα σύννεφα.
Σύννεφα πλάι στον ήλιο.
Ήλιος πλάι στα κορίτσια.
Κορίτσια πλάι σε μένα.
Εγώ πλάι στο κύμα.

Καυτό κύμα δροσιάς.




ΤΣΟΥΧΤΡΑ


Μόλις τη βγάλαν στην ακτή με την απόχη.
Τεράστια σαν ταψί,
γαλάζια και λευκή.
Αν και τεμαχισμένη πια
ριγώ και μόνο στη θωριά της.

Όπως αρμόζει άλλωστε
σε μία γαλανόλευκη.




ΨΥΓΕΙΟ ΠΑΓΟΥ


Μαμά,
συνέβη κάτι αλλόκοτο
την ώρα που κολύμπαγες.
Κει που ’παιζα
μπροστά στ’ αντίσκηνό μας
με την άμμο
πλησίασε κουτσαίνοντας
κυρία με ψάθινο καπέλο
και μου ζήτησε νερό.
Άνοιξα το βρυσάκι απ’ το ψυγείο
και της πρόσφερα
του πάγου το νεράκι.
− Γιατί κουτσαίνετε, κυρία;
τη ρώτησα.
− Μόλις βγήκα απ’ τον γύψο
μου εξήγησε.
Σήκωσε το ποτήρι
κι άρχισε να πίνει
Κι όπως ρουφούσε λαίμαργα
έκπληκτος την είδα να γερνά
σαν κουρελιάρα, σαν ζητιάνα
δίχως σπίτι και δουλειά
λες και σαράντα χρόνια
πλακώσαν την καμπούρα της.
Νερά χυθήκαν τότε
απ’ τη μασέλα της
Κι έμειναν σταλακτίτες παγωμένοι
στο πηγούνι της.
− Από τον γύψο στον πάγο
ψέλλισε μυστηριωδώς.
Κι εξαφανίστηκε
αποκεί που ’ρθε.





Από τη συλλογή «Γραφείο ενικού τουρισμού», εκδ. Καλλιγράφος, 2016

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Ειρήνη Παραδεισανού, "Δύο ποιήματα"


Φωτογραφία: Κώστας Αντωνιάδης 


Δεν έχω πια φωνή να μιλώ


δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
...

( Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο
στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κραδαίνει εμπρός μου
ο Άμλετ. )





Ποιητική


Κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω
για το κομμάτι σίδερο
που χω καρφωμένο στα σπλάχνα
για το μέταλλο που σπρώχνει το μεδούλι
στις δυο χαράδρες
δεξιά κι αριστερά στους κροτάφους
και δεν αφήνει τα μάτια να δουν τίποτα
πέρα απ’ το βουνό της άγριας λαχτάρας.

Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.

Ω είναι ωραίο να σε λένε ποιήτρια.

Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή.
Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο.

Ανόητοι εσείς που θαρρούσατε πως θα γελάσετε το αίμα.

Μη μου δίνετε πια συγχαρητήρια.

Μονάχα πάρτε το καρφί απ’ τα μάτια μου.

Κι αν δεν μπορείτε,
έστω
σταθείτε από κάτω
και
βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα.




Ειρήνη Παραδεισανού


Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ορέστης Αλεξάκης, "Η λάμψη"





1.  Αυτοσύσταση


Με λένε Ορέστη μα στη λέξη
μη σταθείς

Παρακαλώ προσπάθησε
πίσω απ’ τη λέξη
να δεις τη νύχτα του χιονιού
και του αγριμιού
το μάταιο μες στην ερημιά
ν’ ακούσεις κλάμα





6.  Νύχτα


Με τρομάζουν οι μνήμες
περπατάνε
με βήματα ηχηρά πάνω στη στέγη





10.  Πρόσφυγες


Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

νομάδες ουρανών

αλιείς άστρων

εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου





11.  Δεκαπεντασύλλαβος


Μεγάλα μάτια του Θεού
που ξαγρυπνάτε εντός μου

φοβάμαι να καθρεφτιστώ
στα σκοτεινά νερά σας

μη γίνω αγέρας και χαθώ
μη γίνω φως και σβήσω





12.  Κι ο ποιητής…


… αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων





16.  Έκπληξη


Κι έτσι ακουμπώντας στο προσκέφαλό σου
στης ρέμβης σου το λίκνισμα αφημένος
μπήκα μέσα στο ίδιο τ’ όνειρό σου
είδα το φως σου
κι ό,τι
μέσα στο φως σου ανθίζει

Τη φοβερή απροσδόκητη ομορφιά σου
την κλειδωμένη ερμητικά στο σώμα

Σαν καταθαμπωμένος τυμβωρύχος





23.  Απειλή


Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαηδισμού

φ ο β ά μ α ι   π ά λ ι





Από τη συλλογή «Η λάμψη» (1983), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση (1960 - 2009)», εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Δύο ποιήματα"





Στο μικρό καφενείο


Αντάμωσαν στο μικρό καφενείο δίπλα στη λίμνη
Τάραξαν τα νερά με γέλια και φωνές
Τι και αν το γαλάζιο καράβι μένει καθηλωμένο.
Δεσμεύτηκαν να εμπιστευτούν το αψήφιστο κύμα
Τους είπε πως κανένας βράχος δεν θα το συντρίψει


Ταξίδεψαν με το τρένο των αναμνήσεων
Μίλησαν για τον ήλιο που πρόδωσε το καλοκαίρι
Αναρωτήθηκαν ποια δύσβατα μονοπάτια τους προσμένουν
Το αλέγκρο τους βλέμμα όμως δεν ξεθώριασε

Ήπιαν το κρασί που έπιναν από παιδιά, εκείνο που πάντα τους έδενε.
Χάρη σε αυτό δεν γνώρισαν ποτέ την εξορία ενός έρημου κάστρου





Το βλέμμα σου


Δανείστηκα το βλέμμα σου και συνάντησα ένα περιστέρι,
 να χωρά στα φτερά του κάθε πληγωμένο στρατιώτη
Είδα την ελευθερία να δυσανασχετεί δίπλα στην τελεία
 και να προτιμά την συντροφιά του ερωτηματικού
Τη μνήμη των ηρώων να αντιστέκεται στη λήθη,
 σαν κερί που αρνείται να λιώσει
Τον ήλιο μιας παιδικής ζωγραφιάς,
 να πλημμυρίζει με φως ένα αναμορφωτήριο.
Τη στοργή να ανασαίνει μέσα στον πνιγηρό αέρα
 της παράνοιας και του εφιάλτη
Έναν ξένο να εξομολογείται χωρίς αναστολές
 τις εμπειρίες της περιπλάνησής του
Το απεχθές να μεταμορφώνεται σε λυρισμό
 στα χέρια ενός μάστορα των λέξεων
Το ουδέτερο να απομακρύνεται
 από το σφιχταγκάλιασμα του μηδενός
Ένα σοφό γέροντα να σκορπά δεκαετίες στη θάλασσα,
 για να κατακτήσει την ανεμελιά
Τον παφλασμό των κυμάτων γλυκό σκοπό να αποκτά,
 σαν νανουρίζει μια αγέννητη ζωή
Τη λάμψη του διαμαντιού που γέννησε η φαντασία ενός κοριτσιού,
 να με θαμπώνει
Τα παρθενικά φιλιά να ποτίζουν τον τελευταίο κήπο του Χαλεπιού
Την ειρήνη αποφασισμένη να χτίσει ξανά,
 ότι γκρέμισε ο πόλεμος
Με τη χρυσαφένια σου ματιά αγόρασα την πολύτιμη δική μου Ρώμη
Τον Ρουβίκωνα διέσχισα χωρίς αμφιβολία.




Αλέξανδρος Μαυρογένης




Τα ποιήματα του Αλέξανδρου Μαυρογένη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «The Night Cafe», (1888).

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Βασίλης Δασκαλάκης, "Παράλληλη μνήμη"




ΑΠΟΧΡΩΣΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ


έβαψε το χείλι της πράσινο
το νύχι μαύρο
και τώρα θαυμάζει
τους πρώην
και τους έποικους εραστές της

προς μνήμη και συμμόρφωση
ακρωτηριάζει τον κάθε πέμπτο φιλήδονο

και με τα οστά των άκρων
σχηματίζει τέμπλα

μια νέα Πομπηία του έρωτα





ΥΛΟΤΟΜΙΑ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ


τόσο πολύ σ’ αγάπησα
που σε περιφέρω
σαν επιτάφιο

τόσο μου λείπεις που θαρρώ
πως άνοιξη δεν θα ’ρθει

ούτε φύλλο δεν ράγισε
ούτε ανάσα ακούστηκε
μόνο η ομορφιά κύλησε
δάκρυ διαμάντι

κι ο θρίαμβος;

μια νύχτα, οι νεωκόροι των εκκλησιών
θα σαβανώσουν και τις τελευταίες ελπίδες
και ο αόμματος αρχαιοφύλακας θ’ αποδράσει
μ’ ένα αντίγραφο της απτέρου νίκης





ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ


εν τοις όρεσι και ταις διαβάθραις των κλεισουρών

ο γενέθλιος τόπος μου
μια λιτή εικόνα
μη ρέον ύδωρ
άγρια τοποθεσία
απόκρημνα φαράγγια
άδενδροι βράχοι
δεν επροίκισεν το Βυζάντιο
με πρίγκιπες, αυλικούς, στρατηγούς
επιφανείς κληρικούς

ο κόσμος που γαλουχήθηκα περίκλειστος
μόνη διέξοδος η θάλασσα
το πνεύμα παγιδευμένο
η μνήμη στο αίμα
τα τροπάρια στα γονίδια
το φως στο σκοτάδι και στον φόβο
η ομοθυμία στο πέραν
οι ενιαυτοί στο παρόν

η ψυχή μου πορεύεται σε νέους τόπους

βηματιστής στη σκουριά των ημερών
αναλήφθηκα
ως αιχμή καπνού
στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων





Από τη συλλογή «Παράλληλη μνήμη», Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2017



Πρόσκληση

Η ποιητική συλλογή του Βασίλη Δασκαλάκη,
«Παράλληλη μνήμη», Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2017,
παρουσιάζεται την Κυριακή 14/5/2017
στις 3 μ.μ.
στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης,
αίθουσα ΕΙΠ (περίπτερο 15).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν
ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, ποιητής
η Γεωργία Τριανταφυλλίδου, ποιήτρια
και ο συγγραφέας.
Την εκδήλωση συντονίζει ο Γιώργος Κορδομενίδης.


Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Βασίλης Φαϊτάς, "Στο καφέ «Εντροπία»"




ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ


Στις αβοήθητες νύχτες η ψυχή
όταν κανείς δεν την προσέχει
κατηφορίζει στη θάλασσα θροΐζοντας
μια πεταλούδα γεννημένη απ’ τους αιώνες
μαζεύει άστρα με την απόχη της
επιστρέφοντας τα σκορπίζει
στις εποχές της γης.

Ύστερα σπαραχτικά ερωτηματικά
ο άνεμος μες στα κλωνάρια.





ΓΑΛΗΝΗ


Στον καιρό της νιότης
άλλαζα τον κόσμο
αποικίες φωτός
εκεί που γεννιούνται τα όνειρα.

Τώρα απ’ το παράθυρο της εντροπίας κοιτάζω
το πλατύ ποτάμι που περνά
πλημμυρισμένο καιρούς χώρο και αίμα.

Όμως υπάρχουν ακόμα κάτι ηττημένα πανιά
αναδύονται μόνο απ’ το κύμα
τραβούν για κει
που κανένας ποτέ δεν πήγε
τη μετέωρη αφετηρία του θαύματος.





ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Ο ουρανός σταμάτησε στη γλώσσα μου
αυτά που είναι πέρ’ απ’ το χρόνο ήρθαν
ταξίδεψαν πολλές γενιές ανάμεσα στους αιώνες
όπως η μέλισσα από λουλούδι σε λουλούδι
όσα το σώμα διέγραψε
αποκαλύπτει
το θαύμα γεννιέται μόνο από θαύμα.

Ο κόσμος είναι πιο νέος από μας
χιλιάδες χρόνια
εραστής της αθανασίας η νιότη
χιμάει όπως ο αιχμάλωτος σκύλος
μυρίζοντας τους δρόμους του χάους
σπάει τα δεσμά του και ορμά
κυνηγώντας το ανείπωτο μέσα του.

Δε μας λείπει παρά
η ώρα εκείνη που τα πουλιά πετούν
έξω απ’ τις μέρες
όταν το φως και η θάλασσα γίνουν ένα
υπάρχει ακόμα μια θημωνιά μεταμέλειες
στις αφετηρίες όλων των ονείρων
γιατί δρόμος άλλος για την άνοιξη
δεν υπάρχει.





Η ΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΟΣ


Άστατη νύχτα στον πευκώνα
ό,τι υπάρχει είναι στον άνεμο
η φωνή ακίνητη περιμένει
το σωσία του καιρού
ορθώσου μες στη συγχορδία
στη γη του κανενός απάντηση δεν έχει
πότε μεγάλωσε η θάλασσα
οι ίνες του αύριο δονούνται μες στο χώμα
το φθινόπωρο λάμνοντας πέρα διασχίζει το φως
ένας ξεριζωμένος λαβύρινθος γνωρίζει
τίποτα δεν έχει τέλος
ο κόσμος είναι ήσυχος σαν σύννεφο που κυλά.





Η ΜΑΣΚΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ


Τι χρειάζονται οι ορίζοντες
σε όποιον μετά την καταιγίδα ορθώνεται
κρεμασμένος από μια ανταύγεια
σε κείνον που περπατά αναπνέοντας
το κυάνιο τ’ ουρανού
τι παραπάνω έχουν να δώσουν
τα ταξίδια τα βιβλία τα δάκρυα
σε κείνον που ανοίγοντας την πόρτα του ένα πρωί
χάνεται στις εποχές.

Περπατά στις αποβάθρες της Σαλονίκης
στο βουερό πλήθος που δεν είναι πια εκεί
είναι αργά ν’ αγαπηθεί και το ξέρει
η σιωπή παίρνει το σχήμα του ανέμου
ετυμηγορία παλιά όσο η ζωή
ο κάθε θάνατος οδηγεί στη δική του επανάσταση
κι έτσι αόρατος καθώς είναι γνωρίζει
η νίκη άλλο δεν είναι
παρά η μάσκα της ήττας
στο βάθος του μονοπατιού.





Η ΚΙΒΩΤΟΣ


Ολόκληρη η ανθρωπότητα μια κιβωτός
στους προορισμούς του τυχαίου σπρωγμένη
από αόρατους καταρράχτες
κι εγώ στην κουπαστή αφουγκράζομαι
χτυπήματα φτερών ήχους αρχαίους
ό,τι αδάμαστο έμεινε έξω
απ’ όλες τις κιβωτούς του κόσμου.




Από τη συλλογή "Στο καφέ «Εντροπία»", εκδ. Μανδραγόρας, 2017.

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Τριαντάφυλλος Μαβής, "Ένα επίμονο φλερτ"





Στάθηκα στη διπλανή είσοδο πολυκατοικίας
από εκείνην όπου μένεις εσύ
ξέροντας πολύ καλά την ώρα που επιστρέφεις
από την καλοκαιρινή δουλειά
στο μαγαζί του θείου σου.
Ήταν τρεις παρά τέταρτο
κι ώρα τρεις παρά δέκα
πράγματι ξεπρόβαλες
ταλαιπωρημένη από το λεωφορείο.
Μ’ έψαχνες σ’ όλες τις γωνίες των
δρόμων
εκτός από το να είμαι δίπλα στο
σπίτι σου
κι όταν με είδες, πραγματικά
ξαφνιάστηκες
χωρίς να μπορείς να κρύψεις
το γεγονός
ότι αιφνιδιάστηκες.
Με κοίταζες, σε κοίταζα
κι αυτό ήταν όλο
αυτό το τόσο πολύ
η ανταμοιβή μιας τόσο συστηματικής
παρακολούθησης.




              *****************


Μέσα από τα ρούχα σου
μαθαίνω τη μόδα της εφηβείας,
συνέχεια παντελόνια τζιν
μπλούζες μακό
κι αθλητικά παπούτσια,
με τη σάκα στην πλάτη
άλλοτε κίτρινη
άλλοτε κόκκινη
κι ένα πολύτιμο μεσημέρι
σε είδα με φούστα,
μαθαίνω τους τρόπους σου
να μ αποφεύγεις
και να εκτιμάς τις φίλες σου,
μαθαίνω την επιμονή μου
να σε φαντάζομαι
στο δωμάτιό σου
με τα πρόχειρα ρούχα
που δε φοράς στο δρόμο.




              *****************


Ένα χρόνο έζησα σαν καλόγερος για να σου αποδείξω πόσο έντιμη είναι η μοναξιά μου, για να έχω το δικαίωμα ν’ ανακαλύπτω τις ώρες που σχολάς από το ωδείο και που είναι τόσο ακανόνιστες, για να έχω την πολυτέλεια να καυχιέμαι ότι ανακάλυψα το δρόμο με τις κλαίουσες όπου μεσημέρι περνάς με τη σάκα στην πλάτη και τα σπορ παπούτσια βιαστική για τη σχολή, για να έχω την ευκαιρία ν’ αφήνομαι στο τυχαίο μιας απρόοπτης συνάντησης μαζί σου εκεί όπου τα μάτια λάμπουν και πάντα ακολουθούν άλλους δρόμους για να μ’ αποφύγουν, για να έχω την υποψία πως το τηλέφωνο που χτυπάει χωρίς να μιλάει είναι από εσένα, για να έχω το παράπονο πως δικαιούμαι ύστερα από τόση προσπάθεια να έχω ένα ραντεβού μαζί σου και πάνω απ' όλα για να έχω το προνόμιο να κοιμάμαι σ’ ένα κρεβάτι φτιαγμένο από τα πούπουλα των λεπτεπίλεπτων γεγονότων που συμβαίνουν μαζί σου...

και τώρα, Ιούλιο μήνα, στην ερημιά της πόλης, σαββατόβραδο, σίγουρος πως λείπεις στη θάλασσα, βγήκα με μια γυναίκα που δεν έχει σχέση με σπουδές, που τα χέρια της ήταν πρόθυμα να μ’ αρπάξουν σ’ ένα φτωχικό δωμάτιο και ν’ αφεθούν στη γλώσσα του σώματος, μια γυναίκα που μόλις πρόλαβα να βγω μαζί της, ξεπρόβαλες μπροστά μου ΕΣΥ κι οι ενοχές με πλημμύρισαν κι ένιωσα πως αυτό που έχτιζα έναν ολόκληρο χρόνο γκρεμίστηκε σε μια στιγμή.





Τα ποιήματα του Τριαντάφυλλου Μαβή δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Henri Matisse, «The Snail», 1953.

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Γιάννης Ρίτσος, "Ρωμιοσύνη"




Γιάννης Ρίτσος
Ρωμιοσύνη

(Το δεύτερο και το έβδομο
από τα επτά μέρη μου έργου)


II


Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο
της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερού που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το
μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει
τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ’ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι
του Aλωνάρη
− κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο
απ’ τον καημό της δύσης.

H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ’ τον κάμπο
η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ’ η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες
απάνου στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού
«κι αυτό θα περάσει»,
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ’ τα
εφτά σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της
ψυχής της.

Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ως το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σα λύρες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει
το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο
θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Μάη στη ναυτική
ταβέρνα,
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Και να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το
αλάτι.

Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ’ Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο
δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο
το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρά με τ’ αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ’ τα πολλά τα χρόνια −
η αγάπη σε προσμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.

Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος
κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
μέσα στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει
ελάτι
κ’ η μάνα κάτου απ’ τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.

Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού −
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις
πάλι τ’ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και
τ’ Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να
σταυρώσει τις δαγκάνες του.





VII


Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην
αυλή που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Τα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.

Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της
σφήγκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ’ η φωνή του
φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σα σκυλί
αμίλητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί − τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον
ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες,
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα
άστρο.

Είναι μια σιγαλιά από αχλάδια που αυγαταίνουνε στα σκέλια
του καλοκαιριού
μια νύστα από νερό που όλο χαζεύει μες στης χαρουπιάς
τις ρίζες·
η άνοιξη έχει τρία ορφανά αποκοιμισμένα στην ποδιά της,
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της,
και κει ψηλά, πίσω από το πευκόδασο,
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο
μουριάς που την ξεραίνει η κάψα.

Ετούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού του ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους
με το κουπί που πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Eλλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου, το ίδιο και το σπερδούκλι του νησιού
κ’ η κάπαρη.

Το αμίλητο πηγάδι από βαθιά ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι άσπρο άνεμο,
μια στρογγυλή φωνή σαν τα παλιά πιθάρια − η ίδια
η πανάρχαιη φωνή,
κι ο ουρανός ξεπλένει με λουλάκι τα λιθάρια και τα μάτια μας.

Την πάσα νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει στα χωράφια
τους μεγάλους σκοτωμένους,
ψάχνει τα πρόσωπά τους με άγρια, παγωμένα δάχτυλα
να βρει το γιο του απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα
πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρει. Κάτι βρίσκουμε.
Ένα φυλαχτό με τίμιο ξύλο. Ένα τσιγάρο στραπατσαρισμένο.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά.
Kουρντίζουμε και πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λειώσουνε τα ρούχα τους
και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ’ ουρανού ανάμεσα από τα
καλοκαιριάτικα άστρα
έτσι που μένει το ποτάμι ανάμεσα στις ροδοδάφνες
έτσι που πάει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές στο έμπα
της άνοιξης,
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το
φωνάξουμε: αγαπάω.

Τότε. Μα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ
μακρινά,
είναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι
ένα χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο
πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουν μήτε οι δικοί του,
γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο
κ’ έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το
θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Αύριο, λέει. K’ είναι
σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην
καρδιά του Θεού.

Και να την ώρα πια που το φεγγάρι τον φιλάει σιμά στ’ αυτί
με κάποια στεναχώρια,
τα φύκια, η γλάστρα, το σκαμνί κ’ η πέτρινη ανεμόσκαλα
του λένε καλησπέρα
και τα βουνά κ οι θάλασσες κ οι πολιτείες κι ο ουρανός
του λένε καλησπέρα
και τότε πια τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ του
μπαλκονιού τα κάγκελα
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των
άστρων και των αδελφών του.





Από την ποιητική σύνθεση «Ρωμιοσύνη», εκδ. Κέδρος, 14η έκδοση, 1975.